Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

The boy with the bubblegun

Υπάρχει ένα μέρος που τα πουλιά κελαηδάνε αλλιώτικα. Παραμύθι. Θυμάσαι τότε; Τρέχαμε. Εγώ εδώ, εσύ εκεί. Κι ο έρωτάς σου διαταγή και τελεσίγραφο. Κάποιες φορές, σαν κι αυτή, που με πονάει ο λαιμός μου, που ο ιδρώτας φωνάζει πυρετό, που τα μάτια είναι κόκκινα πρισμένα έτοιμα να ξεσπάσουν σαν καταρράκτες, τότε είναι που σε σκέφτομαι. Ήταν φορές που έβρισκες τις μέρες σου γεμάτες ηλιοβασιλέματα και ακρογιαλιές. Τα δύο που λατρεύω περισσότερο σε τούτο τον κόσμο. Κάποτε τρελλαινόμουν, ξέρεις, που δεν μπορούσα να βάλω την λέξη "τούτο" μέσα στις προτάσεις μου. Σήμερα δεν ξέρω αν με νοιάζει πια. Είναι που μεγαλώνουμε, λένε. Και ξέρεις τι; Αλήθεια είναι. Γράφω σωστά. Το'χεις προσέξει; Κάποτε θύμωνες που το συκώνομαι το 'γραφα με ''υ''.. Πόσο αφελείς κι οι δυο μας. Και το 'δυο' γράφεται και 'δύο'. Αλλά διαλέγεις και παίρνεις, δεν κάνες ποτέ του κεφαλιού σου. Και φέτος έμαθα πως το 'ποιος' δεν παίρνει τόνο, ούτε το 'πως' άμα ξέρεις πως δεν είναι ερώτηση. Πώς όμως το 'μαθα δεν ξέρεις..Εδώ σε θέλω να θυμηθείς το παραμύθι. Κάποτε τρέχαμε. Πριν λίγο καιρό σου ΄χα πει πως σταμάτησα να τρέχω, πως δεν μου μένει πια τίποτα να προλάβω. Πόσο αφελείς κι οι δυο μας. Στα λεγα μα εσύ δεν έβλεπες την ώρα να πας παρακάτω. Κι εγώ..εγώ άλλαξα. Τόσα χρόνια, αρκετά δεν ήταν. Μου μένει στο μυαλό πως κάποια στιγμή δυο άνθρωποι αγαπήθηκαν τόσο πολύ, που δεν άντεχαν να βρίσκονται ο ένας κοντά στον άλλον. Και σε πίστεψα, πίστεψα πως όσο πιο κοντά σου ερχόμουνα, τόσο χειρότερα τα κάναμε. Δεν υπολόγισες ποτέ όμως πως σε πίστεψα τόσο πολύ, που στο τέλος το νιωσα. Έγινε κομμάτι μου, με μεταφόρφωσε, μου δωσε πνοή, με οδήγησε...και στο τέλος. Στο τέλος έσπασε. Έσπασε και χάθηκε.

BREAK. (τσιγάρο)

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Μεγάλωσα αλήθεια τόσο πολύ;

μα πόσο μ'αρέσει που μεγάλωσα...

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Ποιός θέλει να γίνει γραφικός;



Που να τις βάλεις όλες αυτές τις σκέψεις, τις εικόνες..; Και πως ν' αντέξεις να μην σκεφτείς έστω και μια φορά πόσο σε άλλαξαν οι δρόμοι, τα στενά, οι πλατείες και τα συντριβάνια..; Δεν ξέρω αν μπορώ να ησυχάσω.. Στην μοναξιά έρχομαι ξανά εδώ, τα κλειδιά στη τσέπη, να βάζω το χέρι μου κάθε τόσο και να τα κουνάω για να νιώθω αυτή τη σιγουριά που πουθενά αλλού δεν έχω νιώσει. Τα θέλω μου, τα μπορώ μου, οι λύπες, το άγχος, οι χαρές..Εχω γεμίσει το κεφάλι μου με όλα αυτά που για χρόνια ονειρευόμουνα. Να ξέρω, να μπορώ να πώ, να έχω να πώ..



Είναι τελικά όμορφο να ονειρεύεσαι, ν'αλλάζεις. Είναι ακόμη πιο όμορφο όμως να περιμένεις, να ελπίζεις. Βάζεις ένα κομματάκι στο παζλ, κλείνεις τα μάτια, κάνεις μια ευχή και πέφτεις ξανά στο ψάξιμο. Αυτή τη φορά κοιτάζεις για ένα κομματάκι ουρανό, λίγη περισσότερη σιγουριά και με τα μάτια στραμμένα στο μόνο πράγμα που είσαι ελεύθερος να γεύεσαι, να μιλάς, να βλέπεις. Ο ουρανός μου σήμερα είναι γαλάζιος, όπως τα ονειρά μου. Τον θέλω γαλάζιο, τον χρειάζομαι έτσι. Σ'ένα πίνακα, είναι το χρώμα που πάει με όλα. Γιατί είναι το χρώμα που ελευθερώνει τις αισθήσεις.

Κάθομαι σ'ένα λεωφορείο κόκκινο.

Λονδίνο.

Τι να πεί κανείς για το Λονδίνο. Γεύεσαι. Μια γέφυρα, ένα ρολόι και μια ρόδα. Κι εκεί που λες πως δεν βρίσκεις ούτε μια δόση ρομαντισμού, χρειάζεται μια μέρα να σου φέρει τα πανω κατω. Μια μέρα σε μια προκυμαία, ένα απόγευμα στην Camden να κάθεσαι στο κανάλι και να κοιτάς την αγορά, ενας περίπατος στην Τrafalgar, και λίγα λεπτά, όσο να κάνεις ένα τσιγάρο καθισμένος κάτω απ΄τα τεράστια φτερά στο Angel..όταν ανακαλύπτεις μια πόλη, πρέπει να ξέρεις που να ψάξεις, πρέπει τα μάτια σου να ξέρουν που να δουν. Πρέπει να ξέρεις πως όταν κάθεσαι σ΄ένα κόκκινο λεωφορείο, η πιο όμορφη θέση είναι στο πάνω πάτωμα, μπροστά μπροστά. Κι όταν περνάς απο London Bridge, καλά κάνεις να περάσεις απ΄τις στοές, να αγγίξεις λίγο τις πέτρες, να βγάλεις μια φωτογραφία το ξύλινο καράβι και μετά να ξεκουραστείς μπροστά στο μουσείο. Δεν είναι γραφικό το Λονδίνο. Ποτέ δεν ήταν. Μα τόσα χρόνια ταξίδια, ένα έχω μάθει. Καμιά πόλη δεν θα΄ταν τίποτα χωρίς τις ψυχές που την στοιχιώνουν κάθε μέρα και κάθε βράδυ. Το αγαπάω το Λονδίνο. Το αγαπάω γιατί στην καρδιά της πόλης, ο Έρως σε σημαδεύει με το βέλος.

Κι αν τολμάς...μην αγαπήσεις.

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

ΣκοΤΕΙνή πλευΡΑ

...ξέρεις, πάντα θα έχω μια σκοτεινή πλευρά

αυτήν που κάποτε αγάπησα, που έθρεψα, που μεγάλωσα και θαύμασα..μην ρωτάς γιατί. Ποτέ δεν ρώτησες. Χρειάζομαι χρόνο να ψάξω, να βρώ, να καταλάβω. Τραγούδια. Αυτά τα μερικά που κατεβαίνουν τόσο βαθιά στην ψυχή μου, που δεν βρίσκουν ποτέ τον δρόμο να επιστρέψουν στην επιφάνεια. Κολλάνε στον πάτο, ουρλιάζουν. Κι όταν πια πέφτει το φώς και χάνονται στο μαύρο, συμβιβάζονται. Κι έπειτα, γίνονται ένα, διαιωνίζονται,  πολλαπλασιάζονται, αυξάνονται και πληθύνονται μέχρι ν' αρχίσουν να μασάνε.  Το μέσα μου, τα αισθηματά μου..μετά, ανεβαίνουν στο κεφάλι μου, τρώνε τις σκέψεις μου, βγαίνουν στα μάτια μου, κυριεύουν το μυαλό μου. Δεν είναι ευκολο, ξέρεις, να βλέπεις τον κόσμο με μάτια που ανήκουν αλλού..Εχω θολό μυαλό, γεμάτο θάλασσες. Κοιμάμαι ήσυχος πάντα μετά τις 5. Την ώρα που ξυπνάνε οι προστάτες μου. Εμαθα να'χω την φύση με το μέρος μου γιατί χατίρι δεν μου χάλασε ποτέ. Οσες μέρες ήθελα να τις κάνει νύχτες, μου τις έκανε..κι είμαι παιδί που ανθίζει τις νύχτες. Ετσι κι αλλιώς, μέσα μας, σκοτάδι κάνει πάντα..και δυο μάτια δεν είναι ποτέ αρκετά, άμα τα κρατάς κλειστά...

Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

End of reign

Ενα χτύπημα μοιραίο. Κι όσο μπορείς να το αντέξεις, άλλο τόσο δυναμώνει για να σου θυμίζει πως κάποτε, κάποιοι μίλησαν γι'αυτό. Πέφτει. Πέφτει ένδοξα, σαν εκείνους τους βασιλιάδες που κάποτε έχτιζαν τα παλάτια τους πνιγμένα στο χρυσάφι. Μα δεν τους είπε ποτέ κανείς πως το χρυσάφι δεν ήταν τίποτα παραπάνω απο εφτά γράμματα. Εφτά γράμματα, εφτά ψυχές, εφτά κατηγορίες. Πέφτει. Κι αν συνεχίσει να πέφτει, θα γεμίσει τον κόσμο με μια αρρώστια τόσο βαριά, που η μοίρα όσες φορές κι αν γραφτεί, κανείς δεν θα γλιτώσει. Το χέρι ψηλά, η παλάμη κλειστή, κι ο δείχτης να σημαδεύει τον ουρανό. "Εκεί θα 'μαστε όλοι μια μέρα..". Κι όσα θα κοιτάμε απο ψηλά θα μας φωνάζουν ιστορίες για αχρείους, σημεία και τέρατα..Πέφτει. Πέφτει βίαια, λες και το χτύπημα του ρούφηξε τη δύναμη που κάποτε τον κοίταζε στα μάτια και τον ξυπνούσε. Δεν ξέρω τι αφήνει πίσω. Ετσι κι αλλιώς η ψυχή και η δύναμη δεν μετριούνται στα δάχτυλα. Ετσι κι αλλιώς, αν μπορούσε να μετρήσει κανείς το φώς, θα κλεινε τον κύκλο της ζωής του σ'εκείνα τα τελευταία δευτερόλεπτα που έδειχνε τον ουρανό.

Πέφτει. Πέφτει γιατί οι γραφές το λένε. Κι όσα έγραψαν αυτοί, εμείς τα ακολουθούμε κατα γράμμα. "Κι αυτός θα πέσει μια ώρα που οι μέρες και οι νύχτες δεν θα 'χουν τελειωμό, κι αν δείξει τον ουρανό, τότε μαζί του κι ο κόσμος θα χαθεί.."

Κι έτσι φύγαμε όλοι για ταξίδια. Ταξίδια στο άπειρο, στο άγνωστο, εκεί που το μαύρο και το άσπρο συγκρούονται και φτιάχνουν χρώματα που δεν τους δώσαμε ακόμη ονόματα. Κανείς δεν φοβάται, γιατί τώρα πια όλοι ξέρουν. Κανείς δεν κοιτάει που πάμε, γιατί όλοι εμπιστεύονται...παράδοξο..αυτός που κάποτε έπινε κρασί και λέρωνε τα χέρια του με αίμα, είναι αυτός που έσωσε τον κόσμο...Πέφτει, και θα πέφτει, μέχρι το τελευταίο σκοινί που κρατάει αυτο τον κόσμο να κοπεί. 

Ανοίγω τις πόρτες και περιμένω. Είναι όμορφο να βλέπεις τον κόσμο να χάνεται απο ψηλά.

Κάποτε δήλωσα ταξιδιώτης. Ποτέ όμως δεν διευκρίνησα που κάνω τα ταξίδια μου..κι όσο παράδοξο κι είναι, είμαι χαρούμενος με ό,τι έχω. Γιατί αυτά που έχω, είναι αυτά που είμαι...

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Λένε πως φεύγεις, πως κάπου στον δρόμο έριξες τη ματιά σου σ'εκείνα τα σημεία τα φωτεινά που για χρόνια τους κλείναμε τα μάτια..

Πριν μέρες στεκόμουνα και κοίταζα κάτω. Ομορφη η θάλασσα. Μεγάλωσα με θάλασσα γαλάζια, κρυστάλλινη. Κι ίσως να μην άξιζε να την αγαπήσω τόσο, αλλά την αγάπησα. Τους χειμώνες φουρτούνιαζε, φούσκωνε, φώναζε. Εκείνες τις λίγες φορές που έτυχε ν'ανοίξω τα μάτια μου να την κοιτάξω, μου ΄ριχνε δηλητήριο. Με κοίταζε με δυο μάτια μάυρα, με μίσος, λες κι ήθελε να με ρίξει στο κενό..να ησυχάσει αυτή, να ησυχάσω κι εγώ.. Τελευταία φορά, θυμάμαι ήταν αλλιώς. Θυμάμαι να χτυπάει τα βράχια με μανιά. Την δικαιολόγησα. Είναι δύσκολο να θες να πας μπροστά και να ξέρεις πως όσο σκληρά κι αν προσπαθήσεις, η επιθυμία σου θα μείνει μια πλάνη, ένα χαρτί που βράχηκε και κόλλησε στο χώμα.

Δεν ξέρω πόσο εύκολα μπορεί να νικήσει κάποιος τον ίδιο του τον εαυτό. Κι αν είχα τον Γιώργο εδώ, θα μου λεγε πως δεν έχω να χάσω τίποτα αν δοκιμάσω..Μα έχω μείνει στεγνός απο αγάπη και δύναμη. Ο,τι έχω μέσα μου φωνάζει...έχω γίνει ένας απ΄αυτούς τους λίγους που όταν τελιώνει η βροχή, όταν περνάει η μπόρα, στεγνώνουν και τα σωθηκά τους. Στενεύουν τα όρια ξαφνικά. Τόσο ξαφνικά που δεν ξέρω καν αν έχω καταλάβει πως πατάω σε αγκάθια. Είναι κρίμα που όλα πάνε καλά. Που έχω μια όμορφη ζωή, που παίρνω το πτυχίο, που κάνω βήματα μεγάλα, που μ' αρέσει ακόμη να κοιτάω τον ήλιο χωρίς να προστατεύω τα μάτια...κι είναι κρίμα γιατί κάτι λείπει...κι είναι στενάχωρο που ξέρω τι είναι..

Αν αποφάσισα να γίνω αυτό που έγινα, είναι γιατί οι συνθήκες μου το επέτρεψαν να είμαι αυτός που θέλω. Διάβαζα προχθές ένα βιβλίο..ήτανε λέει ο ήρωας τρελλαμένος με το φεγγάρι (Moon Palace, Paul Auster). Κι όσες φορές κι αν προσπάθησε να ξεφύγει απ΄την τρέλλα του, η ζωή του 'χε γραμμένο να λούζεται κάθε βράδυ φεγγαρόσκονη.. Έλα όμως που εγώ διάλεξα άλλο στοιχείο της φύσης...
Οι φίλοι μου όλοι, εδώ και χρόνια
ζευγάρια γίναν, φτιάξαν σπίτια
μονάχα εμένα χάσκει ακόμα
χωρίς μια στέγη ετούτη η αλήθεια..

Τις νύχτες μπαίνεις στα ονειρά μου,
λες κι ήρθες σε δικό σου κήπο..
κι αν μεγαλώσαν τα φτερά μου,

εγώ απ'το πλάι σου δεν λείπω..

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

Φευγουν οι μέρες, τις πακετάραμε κι αυτές. Όμορφες, γεμάτες, άδειες, όλες τις αγάπησα..κι ας ψάχνουν οι άλλοι να βρούν νόημα, αυτό το νόημα που κάποτε έψαχνα κι εγώ..Κι ας συνεχίζουν να λένε πως δεν τα παρατάνε γιατί οταν τα παρατάς όλα τελιώνουν...

Ηξερα πως η μέρα που θα μπορούσα να σε αφήσω να φύγεις έχοντας χαμόγελο στα χείλη μου, θα΄ταν η μέρα που η αγάπη μου για σένα θα'ταν όλα για όλα αληθινή. Εδω υπάρχει ένα μέρος που θά΄ναι κρατημένο για σένα όποτε επιστρέψεις. Στο χω φτιάξει με τα πιο όμορφα υλικά..λίγη αγάπη, λίγη χαρά και κυριώς αναμνήσεις. Ξέρω πως θα'μαι δίπλα σου μια ζωή, το ξέρω. Δεν ξέρω πως, δεν ξέρω γιατί, μα το υπόσχομαι..

Τα υπόλοιπα θα στα πώ απο κοντά..

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Δικός μας

Κοιμήσου..
κοιμήσου όσο τα χρώματα της νύχτας κελαηδούν ακόμη..
κι ισως να βρείς τα μυστικά
αυτά τα λίγα
αυτά που βρίσκαμε τις Κυριακές στα πάρκα,
κοιμήσου..

Κι όταν χαράζει,
χαράζει γιατί στις μέρες τις μεγάλες, τις ξέγνοιαστες
βρίσκαμε γεύσεις σε δρόμους σταρένιους
και τους περπατούσαμε..
εγώ, εσύ, κι ο,τι ήτανε δικό μας..

Το απόγευμα,
και κάθε απόγευμα, φεύγαμε για πρωινά
γιατί τα πρωινά μας έδειχναν εκείνα τα υψώματα
τα δυσβατα..

...θυμάμαι οταν νύχτωνε πάλι :

- ''Το πρωί ο ουρανός ειναι ρόζ..''
...

- ''Το πρωί ο ουρανός είναι δικός μας, καρδιά μου..''

- '' Δικός μας; Ο ουρανός δεν ανήκει σε κανένα..''

- '' Ο ουρανός ανήκει σε όποιον τον έχει ταξιδέψει... γι' αυτό σου λέω, είναι δικός μας..''

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011

Ακαθόριστο

Τις περισσότερες μέρες τις πέρασα σ'ένα σπίτι. Ψηλό ταβάνι, μεγάλα παράθυρα και φώς. Πολύ φώς. Τις περισσότερες φορές κοιτούσα το ρολόι. Πέντε, δέκα, δεκαπέντε...

Γράφω. Γράφω γιατί αν δεν γράψω θα 'ρθει το είκοσι και το εικοσιπέντε. Αυτά τα δύο τα βαριέμαι. Γι' αυτό, γράφω. Κοιτάω τις γωνίες. Η αλήθεια είναι πως δεν τις κοίταξα ποτέ. Πάντα διαφωνούσα εκεί που έκαναν στροφή κι απο δεξιά πήγαιναν αριστερά. Μου είναι δύσκολο να πιστέψω πως τις οροφές κάποτε τις έφτιαχναν τόσο ψηλά. Δεν φτάνω. Απλώνω τα χέρια μα δεν μπορώ. Κάποτε μικρός σκεφτόμουνα πως θα 'τανε να καθόμασταν ανάποδα. Σήμερα ξέρω πως αν ο κόσμος ήταν τόσο απλός, θα αλλάζαμε τις λέξεις και θα κλείναμε τη βρύση μη πλυμμηρίσει το ταβάνι.

Ασπρο. Το χρώμα. Το αγαπάω το άσπρο αλλά δεν ξέρω γιατί. Είναι άδειο χρώμα και το γουστάρω. Στη μέση συνήθως υπάρχει το μαύρο. Αυτό είναι σίγουρα αρχηγός. Ξέρει τι θέλει, ξέρει τι ζητάει. Μα εγώ, έχω το ακαθόριστό, το σκέττο, το απλό. Δεν ξέρω πολλά στη ζωή, δεν είμαι παιδί χωρισμένων γονιών, δεν μ΄έχουν χτυπήσει ποτέ, ούτε κλέψει. Ισως αυτό είναι που με κάνει ακαθόριστο χαρακτήρα και άδειο. Εχω δεί λίγα, έχω μάθει λίγα, εχω ζήσει λίγα. Εχω υπάρξει γελοίος, τρελλός, λανθασμένος. Εχω υπάρξει πεινασμένος για πάθος, για έρωτα, για ύπαρξη. Μα δεν ήταν αρκετά. Ολα άσπρα στο βωμό της ακαθόριστης ύπαρξης μου.

Κάθε μέρα ξέρω και λιγότερα. Οσο ανοίγω τα μάτια, τόσο πιο μικρός γίνομαι. Κι όσο θέλω, τόσο πιο λίγα έχω. Φοβάμαι. Φοβάμαι γιατί αρχίζω και ξεχνάω. Χρωματίζομαι. Ο χρόνος με πειράζει. Εχουν κολλήσει τα δευτερόλεπτα στο 55. Σκέφτομαι πως με περιμένει να τελιώσω κι ας λένε πως ο χρόνος πίσω δεν κοιτάει. Κλείνω τα μάτια και μετράω μέχρι το 60. Βρίσκομαι στον ίδιο καναπέ, με τους δείχτες ακόμη στην ίδια θέση. Λέω να τους ευχαριστήσω. Για ακόμη μια μέρα μου χάρισαν λίγα λεπτά ευτυχίας. Σ' αυτά τα λίγα, τα μικρά, τα ασήμαντα, πέρασα τους μήνες που ήταν πιο πολύ δικοί μου απο κάθε άλλη φορά. Τους μήνες που δεν είχα ανάγκη να γράψω ή να βγώ στο μπαλκόνι για τσιγάρο μπας και καθαρίσει το μυαλό μου.

Και τώρα; Τώρα γράφω. Γι' αυτό γράφω.

Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

Τις φοβάμαι τις νύχτες. Γιατί κρύβουν τα λάθη μου. Κι όταν δεν τα βλέπω γεμίζω σκυρτίματα πως χάθηκαν με το πέρασμα τους.. Δεν νοιάζομαι πολυ για συναυλίες, στάδια, μεγάλα γεγονότα. Ποτέ δεν το'κανα. Θυμάμαι που κάποτε διάβαζα λίγο εφημερίδα, να λέω πως ξέρω. Ούτε ποδόσφαιρο έπαιζα ποτέ.

Εψαχνα να βρω εκείνα τα γράμματα που μου δινες κάθε φορά που σε κοίταζα στα μάτια. Κι ύστερα απο μέρες θυμάμαι να σου λέω πως τις δύσκολες στιγμές μόνο εσένα είχα. Προσπαθούσαμε να βρούμε που τελιώνει το μονοπάτι, που αρχίζει ο ήλιος, που τελιώνει η γραμμή, πως γεννιούνται τα όνειρα. Περπατούσαμε πάντα στον ίδιο δρόμο, παράλληλα, ο ένας μπρος ο άλλος πίσω, δίπλα δίπλα..δεν είχε σημασία. Κοιτάζαμε το βράδυ το ίδιο φεγγάρι, την ίδια βροχή. Μην μ'αρνηθείς. Θα χορέψω για σένα τις πιο όμορφες νύχτες, κι ας τις φοβάμαι. Γινόμαστε λίγο απ΄όλα και αφήνουμε λάγνα βλέμματα να κατασπαράζουν τις κάποτε ξέγνοιαστες Κυριακές μας. Μια στο μπαλκόνι, μια στον καναπέ, ν'αφήνουμε τον ήλιο να ψήνει τα προσωπά μας.

Την ζωή μου την έχω κάνει απλή, την χαίρομαι. Ξέρεις, τις πιο όμορφες στιγμές τις πέρασα σ΄ένα λουνα παρκ, σε μια πλατεία, σ' ένα passage κάπου στο Παρίσι, σ΄ένα πάρκο με το σκυλί, σ'ένα μπαλκόνι με θέα, σε μια παιδική χαρά να σπρώχνω μια κούνια, σ΄ένα τρένο να βλέπω ταινία, σ'ενα στενό στραβοπατώντας ζαλισμένος. Κι αν έπρεπε να αλλάξω έστω και ένα απ΄αυτά, θα διάλεγα να τα αλλάξω όλα, απο φόβο μην χάσω την μαγική ισορροπία της ζωής μου.

Πέρασε καιρός. Εχασα, βρήκα, κοίταξα και έκρυψα τη ζωή. Αποστολή εξετελέσθη.