Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Πετάγματα

Μετραω αριθμους, κάνω εξισώσεις που βγαινουν πάντα λάθος. Την αγαπάω την ζωή, γιατί μου δίνει ομορφα ηλιοβασιλέματα και ήσυχα βράδια. Κι οι μέρες οι δύσκολες είναι αυτές που στο μυαλό μας μένουν για να γεμίζουν τις άδειες γωνίες, να δίνουν ένταση..Θυμήθηκα προχθές εκείνο το ταξίδι. Στεκόμουνα στην άκρη και κοίταζα κάτω..κι όσο κοίταζα, τα θέλω μου μεγάλωναν σε μια απέραντη γλυκιά σιωπή..Ενιωθα στην πλάτη μου τον αέρα σχεδόν να με σπρώχνει, σαν να ΄θελε να με κάνει να πετάξω..Η ζωή δεν κρύβεται στο πόσο ψηλά πετάς. Μα αν θα το κάνεις ποτέ να φύγεις ψηλά, κάντο σωστά. Ανοιξε φτερά, βάλε δύναμη και εκτοξεύσου στα ψηλότερα στρώματα του κόσμου που δημιούργησες με τόση μανιά. Σ'ένα πίνακα που τα χρώματα μιλάνε για μάγισσες και τέρατα και νεράιδες ξενιτεμένες σε άλλα παραμύθια. Κι αν τις συναντήσεις ποτέ, μην τους μιλήσεις, σε πλανεύουν με ψέμματα και λογια κι υποσχέσεις. Φτιάξε έναν καλύτερο και κλείδωσε τις μέσα..


Εκείνη τη μέρα πέταξα. Κι έριχνα στον ουρανό αστέρια να φωτίζουν την σκοτεινή μου πλευρά, να την ξεκάνουν..Κι ουρλιαζε γιατί είχε ριζώσει βαθιά...κι όσο χανότανε, γέμιζε η νύχτα μουσικές, και τρομπέτες και τύμπανα..κι εμείς χορεύαμε, βρίσκαμε γη να πατάμε να χορεύουμε...Δεν σε ρώτησα ποτε, αλήθεια, πόσες φορές φίλησα μέχρι να πιάσω πάτο..; Κάθε φιλί μου ρουφούσες τη ζωή απ΄τα στήθια...μέχρι που έσβησα στο πέρασμα του χρόνου οπως αργοσβήνουν οι πεταλούδες τα βράδια κρυμμένες στα φυλλώματα..Εκανα το ταξίδι μα δεν το ξανάκανα ποτέ. Τα όμορφα τα ξημερώματα έρχονται λίγες φορές, τις υπόλοιπες κρύβονται στη συνήθεια. Κι αν είσαι τυχερός να το χεις ζήσει μια φορά, μένεις για πάντα καταδικασμένος στη λησμονιά. 

Τις εξισώσεις πάντα λάθος τις έκανα, γιατί η καρδιά μου είχε πάντα το πάνω χέρι. Κι η καρδιά δεν ξέρει απο εξισώσεις. Τους αριθμούς τους μετρούσα πάντοτε ανάποδα, γιατί το μυαλό ήξερε μόνο να ταξιδεύει σ' εκείνο το λόφο που κάποτε στεκόμουνα και κοίταζα την ζωή μου απο ψηλά..

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Εκείνα τα καλοκαίρια, τα ανέμελα, γεμάτα θάλασσα..

εκείνα τα βράδια με κουβέρτες στη βεράντα, εκείνα τα απογεύματα με κόκα κόλα στη παραλία..

Θυμάμαι που κοίταζα τ'αστέρια σε απόλυτη σιωπή..Προσπαθούσα να βάλω τις τσαλακωμένες μου εικόνες σε σειρά..αυτή είναι λίγο θολή σκεφτόμουνα..την εβαζα στην άκρη και περιμένα να ζωντανέψει...και σιγά σιγά αρχισαν να βγαίνουν χρώματα, να κυλάνε στο πατωμα, να ανεβαίνουν στους τοίχους, να μπαίνουν απ'τα παραθυρα. Κι ένιωθα μέσα μου μια δύναμη που θα μπορούσε να διασχίσει πέντε κόσμους μέχρι να ρίξω το πρώτο χαμόγελο. Σε θυμάμαι. Πάντα σε θυμάμαι. Και δεν θέλω να φοβάσαι, δεν αντέχω να φοβάσαι. Εμείς δεν φοβόμασταν ποτέ..Πατάω τα πόδια μου ξανά στη γή. Εδω γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα. Μέσα βαθιά τσιρίζω..για μένα, για σένα, για ο,τι αδικαιολόγητα ξεχνάμε. Τα κουβαλάω στη τσάντα μου μην τα χάσω, τα βάζω σε σειρά πάνω απ΄το τζάκι να τα βλέπω τα βράδια, τα έχω διπλα μου όταν διαβαζω. Κι όταν μερικές φορές χρειαστεί να τ΄αφήσω στο σπίτι, παντα νιώθω πως έρχεσαι και τα προσέχεις. Την αγάπη μας, τον ερωτά μας, τα γέλια μας, τις ζωές μας.

Αυτή τη φορά δεν σ'αφήνω. Αυτή τη φορά τον πίνακα θα τον φτιαξουμε παρέα. Εγώ στο κρεββάτι κι εσύ να με κοιτάς. Και μετά θα κλείσω τα μάτια μέχρι να έρθει η στιγμή που θα νιωσω τα χείλη σου στα δικά μου. Θα μου πάρεις τα πινέλα απ'το χέρι και θα τ' ακουμπήσεις στο πάτωμα. Θα φιληθούμε, να νιώσω το κορμί σου να κυριέυει το δικό μου, μέχρι η ανάσα μου να γίνει δική σου, μέχρι τα μάτια μου να βλέπουν μόνο εσένα...και θα σ'αφήσω να κάνεις το ομορφότερο ταξίδι που έκανες ποτέ...για να σου δείξω πως τις ήρεμες νύχτες που επιστρέφω στο σπίτι το σώμα μου δεν έχει ζωή χωρίς το αγγιγμά σου..

Σε ψάχνω, σε βρήκα..

Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

Οι εποχές

Πως ν'αρνηθείς μια καρδιά, μια μέρα, ένα χαμόγελο, δυο λέξεις..κοιτούσαμε το ίδιο πράγμα βλέπεις..μα το βλέπαμε απο διαφορετικές μεριές. Βρήκα τι είμαστε..στεκόμασταν για ακόμα μια φορά μπροστά στο ίδιο μονοπάτι. Kι όσο άλλαζαν οι εποχές αυτό άλλαζε χρώματα. Πρώτο ερχόταν το φθινόπωρο. Κιτρίνιζε ο ουρανός, τα φύλλα, οι θάλασσες που δεν μας χωρούσαν πια. Το φθινόπωρο άρχιζαν τα καμώματα, σε αγκάλιαζα, σ'έχανα μέσα σε στενά και ήχους. Κι όταν τελείωνε η παράσταση, ερχόταν ο χειμώνας. Κρύος και βαρύς όπως κάθε χειμώνας μαζί σου. Εφευγαν οι γεύσεις, οι μυρωδιές, τα πουλιά που μου φερναν συνήθως τα μηνύματα σου..Τους χειμώνες δεν μιλούσαμε πολύ. Χωνόμασταν βαθιά μέσα στη γή και μετρούσαμε τις μέρες, γινόμασταν ένα με το σκοτάδι και περιμέναμε..Μέχρι να έρθει η άνοιξη αναδυθούμε στην επιφάνεια. Να δούμε το φώς...να μετρήσουμε τι χάσαμε και να αναπολήσουμε όλα αυτά που δεν θα ξαναρθούν..Με τις μέρες μας, στεγνώναμε το μονοπάτι, ανοίγαμε τον δρόμο, φτιάχναμε τα όνειρα μας..Ο,τι μας ταίριαζε το πακετάραμε για το ταξίδι του καλοκαιριού..

....

μα το καλοκαίρι δεν το θυμάμαι. Στεκόμουνα και κοιτούσα μπροστά. Θυμάμαι που προσπαθούσα να πιάσω το χέρι σου...μα δεν μπορούσα να το βρω. Ελειπες. Τα καλοκαίρια θυμαμαι όλο έλειπες.

Παρασκευή, 5 Νοεμβρίου 2010

Ξεθωριασα

Δεν ζωφραφίζω πια. Εκρυψα τα πινέλα μου και δεν θυμάμαι που να τα βρω..κάτω απ΄το κρεββάτι καποτε είχα ζωγραφίσει την ελπίδα, την γέμισα με χρώματα γήινα και γύρω γύρω έβαλα δέντρα, μεγάλα δέντρα για να την κρύβουν. Πίστευα πως έτσι θα την έβρισκα τα βράδια στα όνειρα μου. Θα την χαιδευα, θα της μιλούσα για να παίρνει δύναμη και να μένει ζωντανή. Πέρασαν τα χρόνια και σιγά σιγά ξέχασα την υπαρξή της. Στα όνειρα μου δεν ήρθε ποτέ, βλέπεις..Ξυπνούσα ξέγνοιαστος, ήρεμος, χαμογελαστός. Δεν είχα απαιτήσεις απο τίποτα, απο κανέναν. Στις λιγοστές μέρες που περνούσαμε μαζί, έθαβα τον κόσμο που πλάστηκε για μένα όλο και περισσότερο στο πίσω μέρος του μυαλού μου.

ΜεΡτά απο χρόνια, το σπίτι μου γέρασε. Γεμάτο εμπειρίες και δάκρυα που έλιωσαν τους τοίχους...και δεν έκανε πια για μένα. Σηκωσα το γραφείο μου, ξεσκόνισα την βιβλιοθήκη και πέταξα το κρεββάτι. Στο πάτωμα ξεθωριασμένη έμενε ακόμη η παλιά μου ζωγραφιά. Μα τα δέντρα ειχαν μεγαλώσει, τα αγριοχορτα ψήλωσαν και έγιναν ένα με τα δέντρα. Μπορούσα να διακρίνω πως κάτι κρυβότανε πίσω απο όλο αυτο το πανέμορφο πράσινο, μα δεν μπορούσα να θυμηθώ τι ήταν αυτο το λαμπερό πράγμα που δεν είχε πια μορφή, μονάχα χρώμα..Ρωτησα τα δέντρα τι κρύβουν πίσω απ΄τις φυλλωσίες τους μα κανένα δεν ήθελε να μου πεί. Ο,τι κι αν ήταν θα πρεπε να το βρώ μόνος μου..Απο τότε ψαχνω τα πινέλα μου..έχω ξεμείνει απο μπογιές, απο εμπνευση, απο δύναμη. Απο τότε στέκομαι πάνω απ'την ζωγραφιά και περιμένω τη μνήμη να μου φωτίσει το μονοπάτι που οδηγεί στο πίσω μέρος των δέντρων..

Δεν θυμαμαι πια γιατί όσα είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου πως δεν θα ξεχάσω ποτέ, τα κανα ζωγραφιές που τώρα ξεθώριασαν σε πατώματα και τοίχους. Και τα πινέλα μου είτε τα δάνεισα, είτε για κάποιο μυστήριο λόγο τα κρυψα τόσο καλα, που πια δεν μπορώ να τα βρω όσο και να ψάξω...