Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Πανδώρα

Ξεχνάμε. Ξεχνάμε γιατί χάσαμε πια το χρώμα απ'τα μάτια...και βλέπουμε ήλιους κίτρινους ξεθωριασμένους και θάλασσες γκρί γεμάτες άσπρα ψάρια.. Κι όσο πιστεύεις σε μένα, άλλα τόσα βήματα κάνω μακριά σου. Φοβάμαι τα ύψη. Θυμάσαι που στο λεγα εκείνη τη μέρα; Κι όσο πιο πολυ το επαναλάμβανα, τόσο πιο ψηλά με ανέβαζες. Μέχρι που φτάσαμε στη κορυφή. Και δεν ήμουνα σίγουρος αν αυτά που μου έδειχνες ήταν τ'αστέρια ή κάποια άλλα φωτεινά πετρώματα φτιαγμένα στη φαντασία μας. Και μέσα μου ένιωθα πως έπρεπε να τα μαζέψω όλα..να τα στολίσω τα βράδυ στο δωμάτιο να μου κάνουν παρέα τα βραδυα που κοιμάμαι χωρίς εσένα..Ψάχνω. Τωρα πια ψάχνω στον ίδιο ουρανό...γιατί μόνο αυτός μου μένει. Χρειάζομαι μέρες και νύχτες μακρία σου. Να βρω τη δύναμη να κοιτάξω τον εαυτό μου στα μάτια ξανά.

Κοιτάζαμε τα ίδια μονοπάτια. Κάποτε, κάποιος μου είχε πει πως τα μεγαλύτερα λάθη γίνονται τα ομορφότερα μας προτερήματα..και το πίστεψα. Γιατί μέσα μου ήξερα πως όσο περισσοτερο σου μοιάζω, τόσο πιο μακριά είχα την δύναμη να σε στείλω. Να μην πονάω πια. Μα όσο κι αν ήθελα να σε κρατήσω μακριά μου, άλλο τόσο μέσα μου μεγάλωνες τη φλόγια που μείωνε τις αποστάσεις. Εχω μεγαλώσει σε τρένα, έχω αλλάξει σε αεροπλάνα, εχω γεμίσει την καρδιά μου μεγάλες και μικρές αποστάσεις..και κάπου στη μέση κάθε τόσο κατέβαινα να σε δώ. Να σου μιλήσω για όσα μάζευα απ΄τα ταξίδια μου στον κόσμο. Κι έχω δει τόσα πολλα, ξέρεις..πράγματα που ούτε η φαντασία σου δεν βάζει..κι έγινα αυτός ο άλλος που τώρα με τόση μανιά μου ρίχνεις στα μούτρα για να με πείσεις πως χαθήκαμε, πως δεν αξίζουμε να έχουμε ο ένας τον άλλον. Δεν χρειάζομαι επιβεβαίωση, δεν χρειάζομαι να δώ την αλήθεια.τις αλήθειες μου έμαθα να τις κλείνω σε κουτάκια ξύλινα ζωγραφισμένα με ακουαρέλα..και κάθε φορά που κρύβω μέσα μια καινούργια, χαράζω στο κάτω μέρος το ονομά σου...

Αλήθειες. Κρυμμένες συμφορές. Στα όνειρα μου έχω μια μικρή αδελφή που την λένε Πανδώρα. Στη πραγματική μου ζωή έχω ένα μυαλό που έχει στερέψει απο ιδέες και ιδανικά. Και δεν μπορούσα ποτέ να καταλάβω γιατί  κάθε πρωί πριν ξυπνήσω, η Πανδώρα μου διέγραφε τη μνήμη...και μαζί με τη δική μου, διέγραφε και τη δική της. Φοβότανε βλέπεις, μην κάνει τα ίδια λαθη...μην ανοίξει για ακόμα μια φορά το κουτί..

Κι έτσι περνούσανε οι μέρες. Ανήλιαγες και μοιρασμένες σε χρώματα μουντά, θολά, ξεθωριασμένα. Θα τη βρούμε την άκρη..μην φοβάσαι..Θα ΄ρθει η μέρα που θα βρούμε την άκρη..μα μέχρι τότε έχω να φροντίσω το κάθε βήμα που κάνω να είναι γεμάτο κομμάτια δικά μου..ο,τι είμαι, ο,τι έγινα, ο,τι θα γίνω, ο,τι έχω περισσότερο ανάγκη..

Δεν φοβάμαι. Δεν φοβάμαι τίποτα.

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Συνημμένα ρήματα, συνημμένες ζωές. Γελάμε, κλαίμε, ζούμε, αναλώνουμε μέρες και νύχτες. Όλοι κάνουμε λάθη, όλοι πονάμε. Οι μέρες που ξοδέψαμε μαζί ξεθωριάζουν και δεν ξέρω πια που βρίσκεται το νόημα..κάποτε περίμενα σε σταθμούς..και μόνο η καρδιά μου ξέρει πόσο μου λείπει η ύπαρξη σου..Θυμάμαι που στεκόσουνα στο τρένο και με κοίταζες. ''Άλλαξαν τα πράγματα'' μου 'χες πει...δεν ξέρω πόση ώρα καθόμουνα στο παγκάκι δίπλα στις ράγες. Δεν σκεφτόμουνα, αυτό το θυμάμαι. Τι ησυχία, Θεέ μου..Πόση μοναξιά μαζεμένη. Παρακάτω καθότανε μια γιαγιά. Κάθε τόσο έβγαζε το μαντίλι και σκούπιζε τα μάτια της. ''Εγώ δεν έκλαψα'' σκέφτηκα. Πια δεν κλαίω..κι όσο γράφω σκέφτομαι πόσο άσχημους ανθρώπους έδιωξα απ΄την ζωή μου γιατί δεν τους άξιζε να στέκομαι δίπλα τους. Και μέτα σκέφτηκα ξανά εσένα. Πόσα ζήσαμε, πόσα μοιράστηκα, πόσα μοιράστηκες.

Δεν ξέρω τι να γράψω, τα λόγια μαζί σου πια είναι περιττά. Σκέφτομαι πως αν αρχίσω να γραφω άλλα πράγματα ίσως να σε κάνω και σένα να νιώσεις καλύτερα. Μετα σκέφτομαι πως πρέπει να κρατώ τα προσχήματα. Πως πρέπει να προσποιηθώ πως όλα αυτά δεν γράφονται για σένα. Πως για μήνες τώρα δεν γράφω για σένα....και μετά να πέισω τον εαυτό μου πως δεν τα διαβάζεις πια, πως μ'έχεις ξεχάσει. Κι όσο τα σκέφτομαι θέλω τόσο πολύ να σε βρίσω για όσα σκοτώσαμε για να ικανοποιήσουμε τον εγωισμό μας.

Συνημμένες ζωές, έτοιμες για κατανάλωση. Μεχρι τη μέρα που θα σε δώ ξανά και τα κείμενα μου θα αποκτήσουν ξανά τη δύναμη τους..

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

Mind the gap

Και κάπως έτσι αφήνουμε εκείνο το νησί που αγαπήσαμε τόσο πολυ. Και δεν ξέρω που είμαι, ούτε πως να σωθώ..σανίδα δεν έχω, κολύμπι δεν ξέρω. Δεν ξέρω αν με πειράζει, δεν ξέρω αν πιστεύω πια σε όσα γράφω. Μου φτάνει που το πιστεύεις εσύ. Και κάθομαι σ'ένα παγκάκι και αγναντεύω το άπειρο. Είναι παράξενο πως βλέπω τον κόσμο. Είναι χαζό να βγαίνουν όλα τόσο μπερδεμένα. Δεν γράφω εγώ πια, αλλα εσύ. Αυτό να θυμάσαι.

Φτάσαμε. Το βλέπεις;

Εκεί ψηλά. Θυμάμαι μόνο να στέκομαι με κομμένη την ανάσα. Δεν θυμάμαι αν έφταιγε ο κρύος αέρας ή η εικόνα που είχα μπροστά μου. Και θυμάμαι που μου μάθαινες πως χτίζουνε τα πάρκα τους οι Γάλλοι, και οι Αγγλοι, και μετά μου δειχνες που καθόσουνα κι έπινες μπύρες με παρέα. Και λίγο παρακάτω διασχίζαμε τη γέφυρα. Και μετά τρέχαμε, κι όσο τρέχαμε πέφταν οι εραστές μέσα στη λίμνη ένας ένας. Μα οι κραυγές δεν ακούγονταν, ήταν πολυ μικρές για τον κόσμο που έκλεινε τα μάτια. Κι όσοι τους άκουγαν ήταν αυτοί που μπορόυσαν να διαβάσουν τις ψυχές τους, γιατί αυτές τσίριζαν με μανιά. Και μετα..μετά μια απίστευτη γαλήνη. Εφευγαν απ΄τη λίμνη μύρια τριαντάφυλλα, γέμιζε το πάρκο άνθη και μυρωδίες. Πόσοι ξεψύχησαν στ' όνομα του έρωτα. Εφευγαν οι μυρωδιές και ταξίδευαν μέχρι την Μονμάρτη. Εκεί δεν πήγαμε ποτέ. Κι αν πήγαμε, ήτανε μόνο στα όνειρα μας τις νύχτες που κοιμόμασταν χώρια.

Δεν φεύγω. Δεν φεύγω γιατί ποτέ δεν κατάφερα να φύγω πραγματικά. Μου φτάνει όμως να ξέρω. Να ξέρω όσα μου λεγαν τα μάτια σου τόσα χρόνια και δεν είχα το μυαλό να τα διαβάσω. Τώρα πια μου μένει να θυμάμαι. Συγνώμη που δεν έψαξα περισσότερο, συγνώμη που δεν ήθελα να δώ γιατί φοβόμουν πως αν μάθαινα την αλήθεια, δεν θα χα την δύναμη να την αντιμετωπίσω. Και κυρίως συγνώμη που δεν θα καταφέρω ποτέ να συγχωρέσω τα λάθη μου..
 

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Rachat

Στον δικό μου χρόνο και χώρο, τα ζητούμενα παρατάσσονται σε κύκλους και χορέυουν. Δεν ξέρω πόσος καιρός έχει περάσει, πόσες μέρες ξεγέλασα, πόσες ώρες γέμισα με αναμνήσεις δικές μου και δικές σου. Ξέρω μόνο πως πια τα μάτια μου βλέπουν εκείνες τις λίγες στιγμές που δεν κατάφερα ποτέ να ξεγελάσω. Είναι εκέινες οι μέρες που επιστρέφεις σπίτι, αφήνεις την τσάντα δίπλα στο πάτωμα, πετάς τα ρούχα στο τραπέζι της κουζίνας γιατί έτσι γουστάρεις, ανοίγεις το ψυγείο, παίρνεις μια κοκα κόλα και μετα στέκεσαι στο παράθυρο. Και κοιτάς, αγναντεύεις. Δεν ξέρεις τι σκέφτεσαι, δεν μπορείς να θυμηθείς τι σκεφτόσουν όσο ανέβαινες τα σκαλιά και κυρίως δεν θυμάσαι πόση ώρα σου πήρε να κατέβεις απ'την πλατεία μέχρι το σπίτι. Πρέπει να πείς ψέμματα. Για το ποιός είσαι, τι κάνεις, γιατί το κάνεις. Πρέπει να αποδείξεις πως το ψέμα σου είναι όλα για όλα αληθινό. Δεν ταιριάζεις σε όσα σου καταλογίζουν, μα πια αυτό είναι το λιγότερο. Τις νύχτες πάλι, όλα αλλάζουν. Βάζεις μουσική δυνατά, ανοίγεις τα παράθυρα να μπεί κρύος αέρας, κάνεις την αποσταση απ΄την κουζίνα στο σαλόνι τέσσερεις πέντε φορές μετρώντας κάθε φορά τα βήματα. Κι όσες φορές το κάνεις οι αριθμοί σου βγαίνουν λάθος, γιατί με τους αριθμούς δεν το΄χες ποτέ. Πάντα σου άρεσε το 5 και το 2 να το φιλοσοφείς. Αν είχα 5 καρδιές, πόσα συναισθήματα θα ζούσα σε μιά στιγμή; Αν σου διναν 2 μέρες μόνο να φτιάξεις και να γκρεμίσεις όλα όσα σου δωσαν τις ομορφότερες στιγμές της ζωή σου, πόσο πολύ θα ευχόσουν να τις είχες όλες για να πάψεις να φοβάσαι;