Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

Εν-τύπωνεται πέφτοντας

Χάθηκα..γιατί χάθηκα; Τι είχα να δώσω τόσο καιρό κρυμμένος σε μονοπάτια που για αιώνες δεν έβρισκε κανεις..; Ρωτάω εμένα και μόνο εμένα. Όλο αυτό τον καιρό..

Ερχεται με δύναμη, κάνει δυο στροφές στο αέρα και μετά κυλάει μέχρι τα πόδια μου. Πια δεν μπορεί να με πειράξει. Όσο το φοβόμουνα τόσο πια με φοβάται αυτό. Σήμερα ντύνομαι βαριά. Χρειάζομαι κάτι να με κρατήσει στη γή για να μπορέσω να ψάξω. Να βρώ. Χθές, πόνεσα. Γιατί κι αυτά τα λίγα που βρήκα, ήταν αλλιώς.Σήμερα δεν ξέρω. Βλέπω τα θέλω μου να νυχτώνουν. Και για κάποιο λόγο που δεν μπορώ να εξηγήσω, ο ουρανός γέμισε αστέρια ξαφνικά. Δεν είχαμε πανσέληνο. Για μερες τώρα ο ουρανός πνιγότανε στη σκόνη και στον άνθρακα. Εκπτωτος στο δικό μου παιχνίδι. Αυτό αποφασίσανε για μένα. Και μετά να περιμένω τη μέρα που θα δώ το παρακάτω. Γυμνός σ'ένα δωμάτιο που δεν είναι δικό μου. Που δεν ήτανε ποτέ κι ούτε θα γίνει. Πληρώνω να μείνω μέχρι τ'απόγευμα. Να ζήσω λίγο ακόμη. Να μυρίσω άλλη μια φορά το δέρμα σου. Να κρατήσω τη μυρωδιά σου για τις μέρες που θα ζήσω χωρίς εσένα. Τις νύχτες μας πια τις μετράμε μπροστά σε κουτιά κατεστραμμένα απ'τη βροχή. Δηλητηριασμένα κονσερβοκούτια. Κάπου προσπαθώ να ξεφύγω. Να ξεγελάω το μέτρημα, ν'αφήσω κάποιο πίσω , να σταματήσω επιτέλους να πληγώνομαι. Δεν έχω να πω άλλα. Τα 'χω όλα μαζεμένα σε φωτογραφίες που κάποτε νόμιζα πως θα ταίριαζαν στον τοίχο στο σαλόνι...    

Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Illusion

Θυμάμαι που έλεγες πως τα όνειρα που κάναμε είναι αυτα που δεν μπορέσαμε ποτέ να κάνουμε παιδιά..Κι αν σε πίστεψα είναι γιατί μέσα μου ήθελα να τα δώ να λαμπιρίζουν στο σκοτάδι...Φέρνω στο μυαλό μου ένα Βουδα που μου χαμογελάει, ένα ναό ξεχασμένο , μια λίμνη μεθυσμένη...της τραγουδάω, την φιλώ, την αγγίζω για να νιώσω την καρδιά της..και χτυπάει τόσο δυνατά που κάνει το κορμί μου να τραντάζει..Εδώ και καιρό νιώθω πως ο χρόνος τρέχει και εγω δεν μπορώ να τον φτάσω..Κι αν χρειάζεται να δώσω την ψυχή μου για να καταλάβω πως παίζεται το παιχνίδι, θα το κάνω και δυο και τρείς φορές..Πεθαίνουμε και το σώμα μας γίνεται στάχτες..και η αύρα μας τρέχει στις ράχες των δράκων που φέρνουν την βροχή. Μια Σίσι, ενας Τιαολόνγκ, προσεύχονται..προσεύχονται να γεννηθεί ο φοίνικας ξανά..ν' αγκαλιάσει τον δράκο, να τον χορέψει, να τον ταξιδέψει σε θαύματα που η θνητή ζωή του δεν του δειξε ποτέ...Κι όσο ονειρεύομαι, οι μυρωδιά μιας χώρας ξένης μου δείχνει πως τον ήλιο τον φέρνουν τα πουλιά που κάνουν το ίδιο ταξίδι εδώ και αιώνες..και τον περνάνε απο κήπους και του δίνουν μυρωδιά, τον σέρνουν απο θάλασσες και τον σκάνε το χαραμα στις ακτές..και τότε αρχίζουν τα τύμπανα..και τα χτυπάνε τόσο δυνατά που η γή ζεστένεται, κοκκινίζει, παίρνει φόρα και τον εκτοξέυει στο κενό. ''Δεν είναι η θέση σου εδω'' του φωνάζει, ''σ'αυτή τη χώρα η ψυχή μας ζεστένει περισσότερο απο σένα..''

Θυμάμαι ακόμα που κοιτάζα τα δέντρα να λυγίζουν πάνω απ'τη λίμνη. Σαν να δειχναν σεβασμό στο μεγαλείο της... Λένε πως το βράδυ τα κλαδιά τους κοιτάνε τον ουρανό και διαβάζουν τ'αστέρια..και πίσω απ'αυτά ψάχνουν τον ήλιο...μα το πρωί, γονατίζουν ξανά. Το πρωί που ο αυτοκράτορας κάνει βόλτες στα νερά...γαλήνη..

μην με ξυπνάς..φύγε εσύ, εγώ θα περιμένω το επόμενο ηλιοβασίλεμα...

Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2010

Ανατέλει ..

Εδώ  που η γή γεννάει όνειρα και προσδοκίες, εδώ  περιμένω  τη μέρα  που θα φτιάξω  τον δικό μου κόσμο και θα τον γεμίσω αναμνήσεις και εικόνες φτιαγμένες απο μέρες που δεν θα ξανάρθουν, που δεν θα ξαναδώ.. και δεν θέλω να φύγω, δεν το κάνει η καρδιά μου να αφήσω  πίσω όσα μου δίνουν πλέον ζωή, όσα με κάνουν και ξανανιώνω.. Σήμερα τρέχω. Κι όσο τρέχω αφήνω την σκόνη και το καυσαέριο να κολλήσουν στο σώμα μου και να γίνουν ένα με όσα όμορφα και άσχημα έφτιαξαν οι άνθρωποι. Εδώ που βρίσκομαι δεν υπάρχουν κανόνες.  Εδώ που ήρθα δεν γίνεται να κλείσεις τα μάτια. Γιατί τίποτα δεν κρύβεται, ούτε μοναξιά, ούτε μιζέρια, ούτε χαμόγελο. Κι έγω, ενας στα εκατομμύρια, ίσως και κάτι παραπάνω. Πως να δείς τον ήλιο όταν τα αυτοκίνητα τον κρύβουν, πώς να μυρίσεις το άνθος του λοτού όταν τα ποδήλατα δεν σ΄αφήνουν να το αγγίξεις ;
Αυτή η πολή με κάνει και ονειρεύομαι. Γιατί απ’οσα έμαθα , και απ’αυτά που μεγάλωσα μαθαινοντάς τα, δεν μου έδωσε ούτε ένα. Μου άνοιξε όμως τα μάτια. Αυτά τα μάτια που νόμιζα πως δεν ανοίγουν ποτέ. Κι αν υπάρχει μια μέρα που δεν βγήκε ήλιος να χαιδέψει τα βλέφαρα τους, είναι γιατί ξεχάστηκε κάπου πιο Ανατολικά, προς τη θάλασσα...
Σήμερα μιλάω για αυτοκράτορες, και πόρνες. Σήμερα φαντάζομαι άμαξες και καρότσια και πινέλα που γράφουν σε μεταξένιους καμβάδες..Σήμερα βρίσκομαι κάπου κοντά σε μια πόλη απαγορευμένη. Μυστήρια και μαγική σαν όνειρο.
Σήμερα και για πάντα, ανόιγω τα μάτια μου στο Πεκίνο..

για σημερα Παυλίδης με στίχους που δεν ξεκολλάνε απ'το μυαλό μου με τίποτα αυτες τις μέρες.. (κυρίως απ'το 3.35 και μετα) 

καλημέρα, μιας κι εδώ ξημέρωσε ήδη ..