Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2009

Κάπως ίσως και να ξέρεις ..

Τα κοίταζα, τα ξανακοίταζα .. Κάποτε είχα πάρει μια κιμωλια. Μια μεγάλη κόκκινη κιμωλία. Και τράβηξα μια γραμμή. Δεξιά κι αριστερά έριξα σπόρια. Και περίμενα. Κάθησα και περίμενα.. Όσπου μια μέρα που έβρεχε περπάτησα. Και τα βήματα μου ήταν γοργά. Σαν σκυλί λυσσασμένο. Και μια άλλη μέρα που είχε ήλιο γέλασα. Και μια μέρα τα βαλα με τη συννεφια. Και μια άλλη μέρα έκλαψα.. γιατί εκείνη χιόνισε .. Και εκείνη τη μέρα ήτανε όλα άσπρα. Τόσο άσπρα που δεν μπορούσα να δώ πλέον τη γραμμή μου. Και κάπου μέσα μου παρακαλούσα να έρθουν τα πουλιά.. Να πάρουν τα σπόρια.. Γιατί αυτα δεν ήθελαν να φυτρώσουν. Έμεναν εκεί βουβά, ξερά. . Και με πονούσε, ξέρεις. Γιατί αυτή τη γραμμή την τράβηξα για σένα. Και αυτή τη γραμμή την ήθελα δική μου και δική σου.

Δεν πονάω πια. Γιατί μια άλλη μέρα που μπήκε η άνοιξη βρήκα τη γραμμή μου ξανά. Και στο τέλος της βρήκα παράξενα και όμορφα. Και στο τέλος της βρήκα σπόρια. Άλλα σπόρια. Απ' αυτά που δεν βρίσκεις συχνά. Και αυτή τη φορά τα έβαλα σε γλάστρες. Γιατί δεν ήξερα. Στ' ορκίζομαι δεν ήξερα. Κι αν φύτρωναν ή όχι δεν θα 'τανε στο δικό μου χώμα αλλά στο δικό σου.. Και τα περίμενα κι αυτά, ξέρεις.. Τα περίμενα.

Περνούσαν οι μέρες κι εγώ σ' έβρισκα ακόμη στα όνειρα μου.. Και σου 'λεγα πως τα σπόρια μου έγινα μεγάλα κρίνα. Και πως δεν θα κρατήσουν. Γιατί τα κρίνα πεθαίνουν. Και γίνονται ένα με το χώμα.. Και δεν ήθελα. Δεν ήθελα τα κρίνα μου να γίνουν ενα με το δικό σου χώμα..

Και ναι..οι μέρες περνούσαν. Και τα κρίνα μου πέθαιναν.. Το ένα μετά το άλλο.. Κι ένα μικρό μια μέρα το 'δα που έκλαιγε.. Μια τελευταία φορά έκλαιγε .. Το βγαλα απ΄το χώμα με τη ρίζα. Και του δωσα μια υπόσχεση. Του 'πα πως τ' αγάπησα. Και τ' αγαπάω ακόμα..Του 'πα πως δεν θα είχε τη ίδια τύχη με τα άλλα. Πως αν πεθάνει εγώ δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Και πως πάντα θα είναι το δικό μου κρίνο..

Θυμαμαι πως το'χα φυτέψει στο τέλος της γραμμής μου.. Εκείνης της γραμμής που λάτρεψα τόσο..

Δεν ξέρω τι απέγινε.. Δεν ξαναφτασα μέχρι το τέλος. Πάντα κατέβαινα τα σκαλοπάτια και περπατούσα άλλες γραμμές που έβγαζαν στη θάλασσα.. Γιατί πάντα έλεγα πως που άρεσε η θάλασσα.. Σ' αυτήν έβρισκα γαλήνη.. Και πως θα κανα τον δρόμο μου δεν μ ' απασχολούσε. Μου ήταν αρκετό που ήξερα πως το κρίνο μου, το δικό μου κρίνο κοίταζε τ' αστέρια. Το ξέρω πως τα κοίταζε..Γιατί μου το υποσχέθηκε.. Γιατί το δικό μου κρίνο είχε πιο άσπρο χρώμα απο τα άλλα.. Και τ'αγαπούσα, ξέρεις. Γιατί ποτέ δεν το είδα να πεθαίνει.. Και θυμάμαι που μου χαμογελούσε.. Εφευγα μα χαμογελούσε..

Μια μέρα..πήρα μια μεγάλη κιμωλια. Μια μεγάλη μωβ κιμωλια. Και στάθηκα στη μέση της γραμμής μου και την έριξα στον ουρανό. Και τράβηξα μια γραμμη που έφτανε μέχρι τον ήλιο..Και περπάτησα. Και έτρεξα..Και στο τέλος της μωβ γραμμής βρήκα ένα κρίνο..

Ενα μεγάλο κατασπρο κρίνο..

2 σχόλια:

Νεράιδα της βροχής είπε...

τα κρίνα θέλουν πέταγμα στον ουρανό ν' ανθίσουν. γι' αυτό και κοιτούν ψηλά...

στο τέλος της διαδρομής, υπάρχει και κάτι ακόμα...

φιλιά βρόχινα...

ILive2LoveMe είπε...

Ένα χαμόγελο για τον κρίνο σου :)
Φιλιά, και καλό μήνα!