Τρίτη, 22 Ιουλίου 2008

Γέννηση (σ' ένα σκοτάδι πικραμένο)..


Άνοιξα το παραθυρο. Φορεσα τα σανδαλια μου και πήδηξα..Δεν κοίταξα κάτω.. τον ουρανό κοίταζα..Ήτανε μαυρος..σκοτεινός..μα ήσυχος..λες και τον πότισα όλο μου το δάκρυ. Στην πτώση δεν κατάφερα να σκεφτώ πολλά..άλλωστε δεν είχε σημασια..μόνο τα μεγάλα είχαν σημασία πια..Στα δύσκολα δεν πάτησες ποτέ το φρένο..πάντα κτυπούσες τα σανδάλια σου στο πάτωμα λες και χόρευες το πιο τρελλό παραμύθι των όνείρων σου..Λες και κοίταζες τον καθρέφτη και έβλεπες χρώμα...Μα δεν έβλεπες..μόνο μαυρο, άσπρο και γκρί..Ουδέτερα..Και όμως σήμερα ένιωθα πώς ήτανε το πιο εκθαμβωτικό μαύρο που είδα ποτέ...Άνοιγαν οι κόρες των ματιών μου διάπλατα και απορροφούσαν ό,τι άφησες πίσω σου..Σημάδια ξεχασμένα στον χρόνο..κλεισμένα για δεκαετίες σ'ενα ντουβάρι στο πατάρι..ένα ντουβάρι παλιό, σκονισμένο..

Και ζήλεψα..ζήλεψα τον τρόπο που πέταξες στα σύννεφα και πήρες πνοή ξανά..Και ήθελα τόσο πολύ να σου μοιάσω..Θεε μου, μα τόσο πολύ..Λές και δεν ήξερα..Λες και δεν ήξερα πως για να πετάξεις είχες πεθάνει μέσα βαθιά..και σαν φοίνικας ξαναγεννήθηκες απο τις στάχτες σου..Λες και δεν ήξερα πως κι οι δυό γεννηθήκαμε γυμνοί και μας έντυσαν, πως κι οι δυό κλάψαμε στην πρώτη μας πνοή..λες και δεν ήξερα πως δεν ήθελα να γίνω σαν εσένα αλλα να βρώ τις μέρες πριν να σε γνωρίσω..αυτές που σ'εψαχνα στα σύννεφα και στην βροχή..στη βροχή που για χρόνια κρυβόσουνα να μην σε βρούν και σε κλεψουν ξανα..να μην σου κλέψουν όλα όσα όμορφα και με κόπο δημιούργησες μέσα σου..

Και έγινα ένα με το τίποτα..με την μιζέρια και τις δύσκολες ώρες του πόνου..Δεν ήμουνα σίγουρος αν φορούσα στα πόδια μου φτερά ή πέτρες..μόνο τα ένιωθα βαριά..ήθελα να περπατήσω μα δεν έφτανα να αγγίξω τη γή..έγινε ξαφνικά η βαρύτητα ανάποδη..και όσο έπερνα ανάσα, τόσο με πετούσε ψηλά...

Δεν ήθελα..ποτέ μου δεν ήθελα..η πίκρα με έκαψε, στ' ορκίζομαι..

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2008


Θελω να περπατήσω στο παράξενο χρώμα των ματιών σου...

Δεν σε ξέρω μα σε ξέρω τόσο πολύ..μην μιλάς..τα λόγια τέτοιες ώρες φέρνουν κενά..

Σ'ένα μεγάλο πάτωμα θα ξαπλώσω να πάρω την μιλιά σου..να σου φτιάξω ξύλινες βαρκούλες να τις ρίξεις στο πέλαγο..

Να ταξιδέψουν σαν ένα όνειρο που κάναμε κι οι δύο μια νύχτα κατω απ'το φεγγάρι..το ίδιο παράξενο όνειρο που έβλεπα για χρόνια. Αυτό που πεθαίνεις και ξυπνάς στο άπειρο..εκεί που τελιώνει το ατελείωτο και αρχίζει το μετά..το μετά που τόσο περιμένω..

Μην μου κλαίς, θα σε πάρω απ'το χέρι και θα πετάξουμε ξανά στα ίδια μέρη..Αυτά που δεν πήγαμε ποτέ μα ήμασταν πάντα εκεί..

Ανοιξα τα μάτια..δεν βρήκα τίποτα άλλο παρα φώς..