Τρίτη, 31 Ιουλίου 2007

Αν ήξερες που να με βρείς, θα άγγιζες τ' αστέρια...


Περπατήσαμε όλο το απόγευμα στην ακρογιαλιά..
Κοιτάξαμε τ’ αστέρια, παίξαμε με τα σύννεφα και στο τέλος καθίσαμε στο πιο μεγάλο βότσαλο κι αγκαλιαστήκαμε..
Προσπάθησα να κοιτάξω στα μάτια της και να διαβάσω όλα όσα δεν τολμούσε να μου πει…και σκιάχτηκα.. Ένιωσα μέσα μου τον φόβο εκείνο που σου παραλύει την καρδιά. Προσπάθησα να συγκροτηθώ. Έπρεπε να σταθώ στα πόδια μου για να μην καταλάβει πως μέσα μου ήξερα..

Ήξερα πως με είχε προδώσει...Ήξερα πως τώρα θα πλήρωνα με το ίδιο τίμημα, το ίδιο κόστος, τον ίδιο πόνο, την ίδια πίκρα.. και όμως έπρεπε να παλέψω.. Μαζεψα τα κομματια μου και συγκρατήθηκα..

Γύρισα το βλέμμα μου στο σκοτάδι τ’ ουρανού.. Ένιωσα τις κόρες των ματιών μου να διαστέλλονται τόσο πολύ σαν και προσπαθούσαν να ρουφήξουν όσο σκοτάδι έμεινε σ’ αυτό τον κόσμο. Ένιωσα το κορμί μου να παραλύει.. να μαγκώνει, να διαλύεται.. Πόνεσα..κατέβασα το βλέμμα και αγνάντεψα την θάλασσα στα σκοτεινά.. Μόνο έτσι μπορούσα να νιώσω έστω και για λίγο την ψυχή μου.. Στο σκοτάδι..εκεί που αγγίζεις το κενό, που μυρίζεις την αδιαφορία, που γεύεσαι το τίποτα..

Πέταξα το πέπλο την αλήθειας μου και ντύθηκα στο ψέμα.. Αύριο θα πετάξω..

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2007

Θέλω το είναι μου να αγγίζει το τέλειο

Αν πιστεύεις σε μένα έλα να με βρείς.. Τι κρύβει ο καθένας μέσα του ανήκει δικαιωματικά σε εκείνον και αυτό που πρέπει όλοι μας να καταλάβουμε είναι πως ο τρόπος σκέψης του καθενός μας μπορεί να αλλάξει ή να αντιστραφεί απο λεπτό σε λεπτό. Αρκεί μια στιγμή για να πονέσει τόσο πολυ το μέσα μας, που χωρίς να το καταλάβουμε, γινόμαστε ένα με τον συμβιβασμό, την μικροπρέπεια και όλα όσα έχουμε στο παρελθόν αμφισβητήσει..


Κοιτάζοντας για ακόμα μια φορα όλα όσα έπρεπε να είχα αναλογιστεί και μετρώντας με δυσκολία για ακόμα μια φορά όλα εκέινα που έπρεπε να έχω βάλει σε τάξη στη ζωή μου, συνειδητοποιώ πως τελικά ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα να κάνει τη ζωή του κουρέλια χωρίς καλά καλά να το σκεφτεί. Ο,τι μας πονά το κρατάμε κοντά μας γιατί αυτό είναι που τελικά μας κρατάει ζωντανους. Είναι το φάρμακο που έχουμε ανάγκη να νιώθουμε να κυλάει στις φλέβες μας. Και ο καθένας μας με ένα τρόπο αλλιώτικο. Γιατι πώς αλλίως θα μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε τις πράξεις μας. Όταν κάνεις κατι που ξέρεις πως δεν είναι για καλό σου το πρώτο που έχεις να κανεις είναι να το δικαιολογήσεις. Σωστά ή λανθασμένα θα το κάνεις. Αλλά ποτέ συνειδητοποιημένα. Πάντα ρίχνουμε το φταίξιμο στους γυρω μας, στις καταστάσεις που μας περιβάλλλουν, στα "φώτα" που ήταν δυνατά και μας τύφλωσαν...



Το θέμα δεν έιναι να δίνεις φτηνές δικαιολογίες, αλλά να μην σταματάς να παλεύεις για να λυτρώσεις την ψυχή σου. Γιατί ο δρόμος δεν ήταν και ούτε θα είναι ποτέ εύκολος..Αξίζει όμως η προσπάθεια..Αφου κατα τη διάρκεια της διαδρομής βρίσκεις όλα οσα χρειάζεσαι για να φτιάξεις το μαγικό φίλτρο της ζωης...

Πιστευω σε οτι δυσκολα αφήνεται


Αγαπάω τον αδιαμφισβήτητο τρόπο σκέψης του σύμπαντος μου

Πετάω στα σύννεφα και κοιτάω την γή απο ψηλα

Μα πέφτω για λίγο και πεθαίνω...

Αν κοιταζες λίγο πιο βαθια θα μπορούσες να δείς την ψυχή μου


Το πρωί ξύπνησα με δάκρυα στα μάτια.."Τι μου συμβαίνει..; Αχ, Θεέ μου.." Πόσος πόνος, πόση πικρα..Είχα ξεμείνει απο τσιγάρα και κατέβηκα στο περίπτερο στη γωνία. Κοίταζα τον ουρανό. Ξανά και ξανά..Σαν και κάτι ήθελε να μου πεί. Να με φτύσει που την νύχτα που πέρασε έχασα για ακόμα μια φορά το εαυτό μου. Που για ακόμα μια φορά δεν βρήκα τη δύναμη να πω αντίο. Που έκανα την καρδιά μου να ματώσει τόσο πολυ για ακόμα μια φορά..
"Θα το παλέψω", σκέφτηκα. Αυτή την φορά θα παλέψω..Γύρισα στο διαμέρισμα και κάθισα στο τραπέζι. Κράτησα το βλέμμα μου στο ρολόι και αφέθηκα στις σκέψεις μου..

"Γιατί δεν με κοιτάς. Τι σου εχω κάνει..Κοίτα με. Σου μιλάω. Εγω..Εγώ να σ'αγαπήσω ήθελα μονο..να σταθώ πλάι σου, να σου κρατάω το χέρι..Μίλα μου, φοβάμαι, κρυώνω..μίλα μου..Πονάω καρδιά μου..σ'εχω ανάγκη, κράτα με..Σ'αγαπάω μ'ακους..σ'αγαπάω..σ΄αγαπω..."

Μιλα μου..Πές πως είμαστε δυο ξένοι. Δυο άγνωστοι που συγκρούστηκαν στο δρόμο..Και πες μου για τα δύσκολα που έζησες, πές μου για την αγάπη σου που έσβησες, για τα όνειρα που διέγραψες, για την αλήθεια σου που δεν πίστεψες ποτέ..
Και στο υπόσχομαι..υπόσχομαι πως εγώ θα σου πώ τα εύκολα που δεν έζησα ποτε, το μίσος που ποτέ δεν θα σβήσω, τα όνειρα που δεν έκανα ποτε. Μα πάνω απ'ολα θα σου μιλήσω για το ψέμα μου..αυτό που δεν σταμάτησα στιγμή να το πιστεύω.

Και μέσα μου θα ξέρω καλά..πως αν κοίταζες λίγο πιο βαθιά, θα μπορούσες να δείς την ψυχή μου..

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2007

Μια ψυχή θέλει αιώνες να βρει τον δρόμο της επιστροφής. Και αν αυτό αγγίζει έστω και λίγο την αλήθεια σας, τότε εγώ θα γράφω αιώνια.



“Περίμενα για χρόνια να έρθουν να με βρουν όλα όσα τελικά έπρεπε να ψάξω βαθιά στη ψυχή μου για να βρω..”

Κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο για μια στιγμή.

Κράτησα την εικόνα αυτή στο μυαλό μου. Είπα μέσα μου όσο κράτησε κράτησε και αυτό ήταν. Τελειώνει εδώ, στο σκοτάδι…Την κοίταξα για λίγα λεπτά και άρχισα να μαζεύω τα ρούχα μου απ’ το πάτωμα. Έριξα λίγο νερό στο πρόσωπο. «Μα τι κάνω Θεέ μου?»

Πώς να σβήσει το μυαλό μου όλα όσα ζήσαμε.. Πώς να ξεριζώσω απ’ την καρδιά μου όσα ένιωθα μέσα μου γι’ αυτή την γυναίκα, ακόμα και τώρα, χωρίς να χρειαστεί να ξεριζώσω την καρδιά μου. Πως να κάνω να φανεί πως είμαι δυνατός. Δυνατός για μένα και γι’ αυτήν. Δυνατός για τους γύρω μου.. Παλεύω τώρα πια με το «είναι» μου..και αφήνω τα θέλω μου πίσω. Πρέπει να ψάξω να βρω την ψυχή μου, μια άκρη στην ατελείωτη σιωπή του κόσμου μου.. Και αν την βρω..; Δεν είναι δυνατόν. Θα αντέξω να την αντικρίσω..; Φοβάμαι. Για μένα και για την άλλη πλευρά του εαυτού μου.
Γυρίζω ξανά και την κοιτάζω.. Την αγαπώ. Την αγαπώ γιατί στα μάτια της βλέπω θάλασσες. Γιατί στην αγκαλιά της βρίσκω νησιά. Γιατί στους κτύπους της καρδιάς της ακούω νεράιδες να τραγουδούν. Γιατί έτσι έμαθα πως είναι να αγαπάς..
Θέλω να φύγω μακριά. Πρέπει να φύγω μακριά. Να πετάξω και να αγγίξω το κενό. Αυτό που ένιωσα την πρώτη φορά που κοίταξα μέσα μου. Το κενό που μου στέρησε το χάδι για χρόνια. Αυτό που μας φτύνει και μας παρατά στη μέση του δρόμου με τα παπούτσια στο χέρι. Να φύγω.

Έφτασα στη πόρτα και σταμάτησα. Ή τώρα ή ποτέ. Αγγίζω το χερούλι και χιλιάδες εικόνες και συναισθήματα μαγκώνουν το μυαλό μου. Περνώ την σκέψη μου από μέρη γνώριμα και ξεχασμένα τώρα πια. Ξαπλωμένη στο κάθισμα του συνοδηγού να πλανιέται στον ύπνο της… «Ονειρεύεται» σκέφτομαι και χαμογελώ. Άραγε εμένα; Ναι, εμένα θα ονειρεύεται.. Εμένα που της κρατάω το χέρι τόσα χρόνια. Εμένα που την κρατάω ψηλά. Εμένα. Γυρίζω το βλέμμα μου ξανά στο δρόμο και συνεχίζω το δικό μου ταξίδι. Αχ, και να ‘ξερες τι νιώθω για σένα.. Πώς ξυπνά η καρδιά μου κάθε φορά που με φιλάς..Πόσο γλυκά νιώθω το άγγιγμα σου στο στήθος μου.. Σ’αγαπάω, φως μου. Μα θα φύγω..

Βγάζω τα παπούτσια και ξαπλώνω στο κρεβάτι. Κοιτάζω το γαλήνιο της βλέμμα και προσπαθώ να ησυχάσω. Ξεσπώ σε λυγμούς… Κενό, πόνος, αηδία. Κλείνω τα μάτια και αφήνομαι στο σκοτάδι..

Ίσως αύριο..
(συνεχίζεται)